Τι είναι η άπνοια στον ύπνο;
Άπνοια ονομάζεται η διακοπή της αναπνοής κατά τη διάρκεια του ύπνου για τουλάχιστον 10 δευτερόλεπτα.
Όταν οι άπνοιες στον ύπνο συνοδεύονται με συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ημέρας ή της νύχτας, τότε μιλάμε για Σύνδρομο Άπνοιας Ύπνου (ΣΑΥ). Τα συνηθέστερα συμπτώματα του ΣΑΥ αναφέρονται παρακάτω.

Τύποι άπνοιας στον ύπνο
Η άπνοια στον ύπνο διακρίνεται σε δύο τύπους: αποφρακτική και κεντρική.
• Αποφρακτική άπνοια. Οφείλεται στη στένωση ή απόφραξη του φάρυγγα λόγω της χαλάρωσης των μυών κατά τη διάρκεια του ύπνου. Συνοδεύεται από ροχαλητό και είναι ο πιο συχνός τύπος άπνοιας.

IMG_0156

• Κεντρική άπνοια. Οφείλεται στο ότι ο εγκέφαλος δε δίνει εντολή στους μυς της αναπνοής να λειτουργήσουν. Παρατηρείται συνήθως σε άτομα που πάσχουν από σοβαρή καρδιακή ανεπάρκεια, νευρολογικά νοσήματα κλπ.

Που οφείλεται η άπνοια;
Ο ύπνος είναι μια διαδικασία κατά την οποία ο οργανισμός του ανθρώπου χαλαρώνει και ξεκουράζεται. Οι μύες στη περιοχή του φάρυγγα, όπως και σε ολόκληρο το σώμα, χαλαρώνουν. Αυτό είναι μια φυσιολογική κατάσταση που στους περισσότερους ανθρώπους δε δημιουργεί κανένα πρόβλημα. Όμως σε ένα ποσοστό ανθρώπων (ειδικά σε μεγαλύτερα σε ηλικία άτομα), η χαλάρωση των μυών του φάρυγγα είναι μεγαλύτερη του φυσιολογικού, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η αναπνοή και έτσι να προκαλείται η άπνοια.
Επίσης η άπνοια μπορεί να οφείλεται στο ότι ο φάρυγγας είναι πιο στενός από το φυσιολογικό, εξαιτίας διαφόρων ανατομικών παραγόντων όπως:
α) υπογναθισμός (μικρότερη κάτω γνάθος από την κανονική),
β) μεγαλύτερη σε μέγεθος γλώσσα από το φυσιολογικό,
γ) διογκωμένες αμυγδαλές και ευμεγέθης σταφυλή,
δ) αυξημένη εναπόθεση λίπους στο φάρυγγα, ειδικά στα παχύσαρκα άτομα

Σε άλλες περιπτώσεις το πρόβλημα εντοπίζεται στο τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει την αναπνοή κατά τη διάρκεια του ύπνου. Ο εγκέφαλος φαίνεται να “ξεχνά” να στείλει εντολή για αναπνοή.

Ποια είναι τα συμπτώματα;
Τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι:
• Ροχαλητό
• Αίσθημα κούρασης κατά τη διάρκεια της ημέρας
• Αίσθημα μη ικανοποιητικού ύπνου (έλλειψη αισθήματος ξεκούρασης από τον ύπνο)
• Υπνηλία
• Ξυπνήματα με αίσθημα έλλειψης αέρα
• Ανήσυχος ύπνος
• Συχνά ξυπνήματα για ούρηση
• Νυχτερινές εφιδρώσεις
• Πρωινή ξηροστομία
• Συχνοί πρωινοί πονοκέφαλοι
• Έλλειψη συγκέντρωσης
• Μειωμένη μνήμη
• Αλλαγές στην προσωπικότητα (νευρικότητα, άγχος, καταθλιπτική διάθεση)
• Εφιάλτες
• Μειωμένη σεξουαλική διάθεση ή διαταραχές στύσης

Είναι σημαντικό να τονισθεί οτι και μόνο η παρουσία καθημερινού ροχαλητού, είναι αρκετή για να πάσχει ένα άτομο από υπνική άπνοια. Η υπνική άπνοια δεν προϋποθέτει την ύπαρξη όλων των παραπάνω συμπτωμάτων ταυτόχρονα. Έτσι, άτομα που παρουσίαζουν καθημερινό και έντονο ροχαλητό, οφείλουν να επισκέπτονται εξειδικευμένο ιατρό σε θέματα διαταραχών ύπνου προς διερεύνηση της πιθανότητας παρουσίας υπνικής άπνοιας.

Ποιες είναι οι επιπτώσεις της υπνικής άπνοιας;
Με το σταμάτημα της αναπνοής, η ποσότητα του οξυγόνου στο αίμα μειώνεται και η καρδιά δουλεύει εντονότερα για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του οργανισμού. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξημενη πιθανότητα εμφάνισης των παρακάτω:
• Αρτηριακής υπέρτασης (αυξημένη πίεση)
• Καρδιακών αρρυθμιών
• Αιφνίδιου θανάτου σε άτομα χωρίς εμφανή προβλήματα υγείας
• Στεφανιαίας νόσου
• Εμφράγματος μυοκαρδίου
• Καρδιακής ανεπάρκειας
• Αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων
• Σακχαρώδη διαβήτη κ.α.
Επομένως, η έγκαιρη διάγνωση και αντιμετώπιση του συνδρόμου άπνοιας ύπνου προλαμβάνει σοβαρά προβλήματα υγείας.
Επίσης, οι ασθενείς με υπνική άπνοια, λόγω κακής ποιότητας ύπνου, συχνά παρουσιάζουν μειωμένη συγκέντρωση, αίσθημα κούρασης καθώς και υπνηλία. Έτσι έχουν αυξημένο κίνδυνο για συμμετοχή σε τροχαία καθώς και άλλου είδους ατυχήματα.
Επιπρόσθετα, η διαταραχή των σταδίων του ύπνου στα άτομα με υπνική άπνοια επιδρά αρνητικά στο μεταβολισμό τους, με αποτέλεσμα τη δυσκολία απώλειας βάρους και τη διατήρηση της παχυσαρκίας.

 

Πως γίνεται η διάγνωση της άπνοιας στον ύπνο;
Σε περίπττωση παρουσίας ενός εκ των παραπάνω συμπτωμάτων, το άτομο θα πρέπει να επισκεφθεί εξειδικευμένο ιατρό σε θέματα διαταραχών ύπνου. Με τη λήψη λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού, συμπλήρωση ειδικών ερωτηματολογίων και κλινική εξέταση, ο ιατρός θα διαπιστώσει κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα παρουσίας υπνικής άπνοιας.
Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο το άτομο θα πρέπει να προχωρήσει σε σχετική εξέταση, η οποία θα επιβεβαιώσει την ύπαρξη, καθώς και τη σοβαρότητα της υπνικής άπνοιας. Η εξέταση αυτή ονομάζεται μελέτη ύπνου.
Η μελέτη ύπνου είναι μία ανώδυνη και μη επεμβατική εξέταση, κατά την οποία τοποθετούνται διάφορα καλώδια και αισθητήρες στο σώμα του ασθενούς για την καταγραφή διαφόρων λειτουργίων του οργανισμού κατά τη διάρκεια του ύπνου.
Η μελέτη ύπνου μπορεί να γίνει είτε σε εξειδικευμένο εργαστήριο μελέτης ύπνου, είτε στο σπίτι του ασθενούς (φορητή μελέτη).
Οι φορητές μελέτες ύπνου δεν παρέχουν το σύνολο των πληροφοριών για τις λειτουργίες του οργανισμού, όπως συμβαίνει με τις μελέτες ύπνου σε εργαστήριο. Η κύρια διαφορά τους είναι η έλλειψη ύπαρξης ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος. Έτσι οι φορητές μελέτες συστήνονται μόνο για περιπτώσεις ασθενών που πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Περισσότερες λεπτομέρειες για τις μελέτες ύπνου μπορείτε να βρείτε εδώ.

Ποια είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση;
Το είδος της θεραπείας της υπνικής άπνοιας εξαρτάται από τη βαρύτητα της διαταραχής.
Στις ήπιες καταστάσεις είναι δυνατόν να προταθεί απώλεια βάρους, αποφυγή της ύπτιας θέσης κατά τον ύπνο (εφόσον καταγραφεί άπνοια θέσεως στη μελέτη ύπνου), αποφυγή αλκοόλ, ηρεμιστικών και κατασταλτικών φαρμάκων και χρήση ενδοστοματικών προθεμάτων έλξης της κάτω γνάθου (μασελάκια). Τα τελευταία διατηρούν με μηχανικό τρόπο τους αεραγωγούς ανοικτούς.
Στις μέτριες και σοβαρές καταστάσεις η πιο δραστική θεραπεία για την άπνοια στον ύπνο είναι η χρήση συσκευών χορήγησης αέρα με θετική πίεση, ώστε να διατηρούνται οι αεραγωγοί ανοικτοί κατά τη διάρκεια του ύπνου και έτσι να μην διακόπτεται η αναπνοή. Οι συσκευές αυτές ονομάζονται CPAP (Continuous Positive Airway Pressure).
Η λύση της χειρουργικής επέμβασης δεν αποτελεί την πρώτη επιλογή στη θεραπεία της υπνικής άπνοιας, διότι δεν έχει σίγουρα αποτελέσματα ή σε περιπτώσεις πιθανής αρχικής βελτίιωσης ενδέχεται στη συνέχεια να υπάρξει υποτροπή. Για αυτό το λόγο οι χειρουργικές επεμβάσεις συνίστανται μόνο στις ελάχιστες περπτώσεις που η χρήση της CPAP δεν είναι αποδεκτή από τον ασθενή.